Καλή και ευλογημένη χρονιά!!

Διαβάστε σήμερα στο "περιβολάκι της Παναγίας "

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ Σκέτς για την 28η Οκτωβρίου

(Οι στρατιώτες μπαίνουν στη σκηνή τρέχοντας κι αλαφιασμένοι. Ταυτόχρονα ακούγονται κανονιές και πυροβολισμοί).

Λοχίας
:
Ουφ! Δεν έχει σταματημό το κανονίδι. Αλλά που θα πάει θα τους φάμε τους κοκορόφτερους τους Ιταλούς. Καθίστε βρε να πάρουμε μια ανάσα.
Δεκανέας
:
Έχουμε τους Ιταλούς, έχουμε και τον παλιόκαιρο. Χειμώνας κι αυτός! Θαρρείς και μας το φύλαγε!
Αλέξης
:
Ακόμα και οι λύκοι λούφαξαν από το φόβο τους και μείναμε εμείς οι άνθρωποι, τα άγρια θηρία, να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον.
(αναδημοσίευση από το "Οταν ήμοουν δάσκαλος")
Δημητρός
:
Δύσκολα τα πράγματα λοχία! Δε βλέπεις πέρα από τη μύτη σου. Να δούμε πώς θα τα καταφέρουμε με τέτοιο παλιόκαιρο…
Λοχίας
:
Δύσκολα τα πράγματα Δημητρό … δύσκολες και οι στιγμές που περνά η πατρίδα. Γι αυτό κι εμείς πρέπει να αντέξουμε. Να τους συντρίψουμε τους μακαρονάδες!
Δεκανέας
:
Μόνο εμείς περνάμε δύσκολα; Όλη η Ελλάδα υποφέρει μαζί μας.
Λοχίας
:
Όλοι υποφέρουμε… όμως είμαστε έτοιμοι να πέσουμε για την πατρίδα … κι αυτό γιατί μας πνίγει το άδικο που μας έκανε ο Ιταλός. Αυτό το άδικο μας κάνει λιοντάρια έτοιμα να κατασπαράξουμε τους Ιταλιάνους.
Όλοι
:
(Τραγουδούν). Κορόιδο Μουσολίνι κανένας δε θα μείνει …
Φώτης
:
Δύναμη που την έχουμε! Πολεμάμε και τραγουδάμε! Τρώμε στραγάλια και σταφίδες και τους νικάμε. Πολεμάει η ελληνική ψυχή! Πήραμε την Κορυτσά … αύριο μεθαύριο παίρνουμε και το Αργυρόκαστρο.
Δημητρός
:
Λοχία! Πονάει η καρδιά μου … Όχι για τα βόλια … για τους δικούς μου πονάει, τη μάνα και την αδερφή μου … Πούντο μωρέ το ταχυδρομείο;
Αλέξης
:
Πόση ανάγκη έχουμε από ένα γράμμα … να γλυκάνει λίγο η καρδιά μας.
Δεκανέας
:
Στην πρώτη γραμμή του πολέμου βρισκόμαστε, αδέρφια! Για να φτάσουν εδώ γράμματα, περνάνε από ένα σωρό μάχες…
Φώτης
:
Δεν έχουμε και λίγη κουραμάνα, πανάθεμά μας, να λαδώσουμε λίγο τ’ αντεράκι μας. Τα πόδια μας μελανιάζουνε στα τρύπια μας άρβυλα και σεις ονειρεύεστε γράμματα και γραφές, μωρέ;
Αλέξης
:
Α ρε και νάχαμε ένα πιάτο φασολάδα, αχνιστή, λίγες ελιές κι ένα κρεμυδάκι τσακισμένο στο γόνατο!
Δημητρός
:
Σταματήστε γιατί με ξελιγώσατε. Θα μουρθει ζαλάδα μ’ αυτά που ακούω.
Λοχίας
:
Δε μας λυγίζει ούτε πείνα ούτε χιόνια. Για τη νίκη της πατρίδας όλα πρέπει να τα υπομείνουμε, ν’ αντέξουμε.
Δεκανέας
:
Χθες, για μια στιγμή ξεμοναχιάστηκα και ξαφνικά ακούω: Ε, σολντάτο γκρέκο! Ψηλά τα χέρια. Γυρίζω και βλέπο κάτι αμούστακα παιδιά … βουτυρόπαιδα. Δύσκολα, Τάσο μου, την έχει λέω μέσα μου.
Δημητρός
:
Και μετά, ρε Τάσο, τι έγινε; Πως τους ξέφυγες;
Δεκανέας
:
Α εύκολο… Βάζω μπροστά την πιο δυνατή φωνή μου: Α-έ-ρ-α, Α-έ-ρ-α και το ‘βαλαν στα πόδια σα λαγοί. Δυο τρεις παραδόθηκαν αμέσως και κλαψουρίζοντας λέγανε: Μπόνο Γκρέκο, μπόνο Γκρέκο …
Αλέξης
:
Κοίτα βρε το χιόνι, έχει φτάσει ως τη μέση μας. Δε φτάνει η πείνα και η ψείρα που μας έχει ανέβει ως το λαιμό έχουμε και το χιόνι. Κοίταξέ το … δε σταματάει το άτιμο.
Λοχίας
:
Να βρε, μόλις προχτές πήρα γράμμα από τους δικούς μου. Να το διαβάσω δυνατά κι έτσι να νομίσουμε ότι όλοι πήραμε γράμμα.
Όλοι
:
Να μας ζήσεις λοχία αθάνατε!
Λοχίας
:
(Βγάζει το γράμμα και διαβάζει)
Αγαπημένο μας παιδί σε φιλούμε σταυρωτά. Είμαστε περήφανοι για τα κατορθώματά σας. Μακάρι παλικάρι μας να βαστάγανε τα κότσια μας. Θα ‘ρχόμασταν και μεις κοντά σας να σας βοηθήσουμε. Κουράγιο γιέ μου. Κουράγιο παλικάρια όλων των μανάδων. Φιλιά στους λεβέντες που πολεμούν μαζί σου.
Προσευχόμαστε στην Παναγία να σε προστατεύσει. Ευχόμαστε να τελειώσει ο πόλεμος και να ανταμώσουμε γρήγορα. Με τη νίκη!
Σε φιλούμε γλυκά, οι γονείς σου.
Αγγελιοφόρος
:
Παιδιά, παιδιά! Σας φέρνω νέα …
Όλοι
:
Τι είναι; Τι νέα μας φέρνεις;
Αγγελιοφόρος
:
Οι τσολιάδες μας όρμησαν πριν από λίγο στην πίσω ρεματιά και έπιασαν καμιά κατοσταριά Ιταλούς. Τους τσακίσαμε! Αύριο θα μπούμε στο Αργυρόκαστρο!
(ακούγονται δυο πυροβολισμοί και ο αγγελιοφόρος πέφτει χτυπημένος)
Ωχ! μάνα μου, με φάγανε οι άτιμοι οι Ιταλοί … πεθαίνω.
Λοχίας
:
Ελάτε παιδιά γρήγορα να τον βοηθήσουμε. Άλκη, Άλκη ξύπνα βρε, αύριο θα ’μαστε στο Αργυρόκαστρο.
Αγγελιοφόρος
:
Παιδιά, πεθαίνω … με χτύπησαν πισώπλατα οι άτιμοι οι Ιταλοί … Αχ, ωχ, ωχ … μόνο λοχία θέλω να πεις στη μάνα μου … πως ο γιος της πέθανε σαν ήρωας πολεμώντας για την πατρίδα.
Λοχίας
:
(βγαίνει μπροστά και απαγγέλλει)
Το παλικάρι που ‘πεσε μ’ ορθή την κεφαλή του δεν το σκεπάζει η γης ογρή, σκουλήκι δεν τ’ αγγίζει φτερό στη ράχη του ο σταυρός κι όλο χυμάει τ’ αψήλου και σμίγει τους τρανούς αϊτούς και τους χρυσούς αγγέλους.