Ο θερισμός και το αλώνισμα του σιταριού. Ο θερισμός του σιταριού γινόταν με χειρωνακτικό τρόπο τον Ιούνιο μήνα, που τον έλεγαν και «θεριστή». Κύριο εργαλείο για τον θερισμό ήταν το δρεπάνι. Κατά τον θερισμό συγκεντρώνονταν τα στάχυα κατ’ αρχάς σε μικρά δέματα, τα λεγόμενα «χερόβολα», κατόπιν από πολλά τέτοια χερόβολα γίνονταν τα μεγαλύτερα δέματα τα λεγόμενα «δεμάτια» και με τα ζώα μεταφέρονταν στις άκρες των αλωνιών και τοποθετούντο σε μεγάλους σωρούς, τις γνωστές «θημωνιές». Κατά τον θερισμό του σιταριού οι κάτοικοι του χωριού βιάζοντο να τελειώσει γρήγορα, γιατί, όπως και στην συγκομιδή του καλαμποκιού, εφοβούντο την αλλαγή του καιρού η αν έμεινε αθέριστο το χωράφι υπήρχε φόβος να πάθει ζημιά ο καρπός. Εδώ ίσχυε η παροιμία «θέρος, τρύγος, πόλεμος».

Το θέρισμα δεν διαρκούσε πολύ, γιατί γινόταν με βιασύνη, αλλά ούτε και πολλά σπαρτά με σιτάρι υπήρχαν.  Διαρκούσε περί τις 4-5 ημέρες. Η παραγωγή, όπως και αλλού αναφέρεται, ήταν μικρή.

Στο τέλος του θερισμού και μετά το κουβάλημα στ’ αλώνια των «δεματιών» ακολουθούσε το αλώνισμα, που γινόταν τον Ιούλιο μήνα (Αλωνάρη) στ’ αλώνια του χωριού, που ήσαν στα άκρη του χωριού.

Το κάθε αλώνι ήταν ένας χώρος κυκλικός, επίπεδος και πλακόστρωτος, στο κέντρο του δε υπήρχε ένας στύλος ύψους 1,5 μ. περίπου όπου τον λέγανε «στήγερο». Τα στάχυα των δεμάτων απλώνονταν σ’ όλο σχεδόν το πλάτος του αλωνιού και κατόπιν από τον στύλο, που υπήρχε στο κέντρο, έδεναν 2 άλογα η μουλάρια με σχοινί, το ένα δίπλα στο άλλο κατά τέτοιο τρόπο  με «λαιμαργιές», όπως τις έλεγαν, ώστε εύκολα να γυρίζουν γύρω στον στύλο μαζί, να μην μπορούν να φύγουν, αλλά και να μη σφίγγεται στο λαιμό τους. Τα συνταιριασμένα αυτά ζώα γύριζαν από το στύλο και τα δύο γιατί το άκρον του σχοινιού, που τα συγκρατούσε, ήταν δεμένο σε μια ξύλινη κουλούρα, περασμένη στο στύλο, που εύκολα γύριζε μαζί με τα περιστρεφόμενα ζώα, τα οποία πατούσαν τα στάχυα, πίσω τους δε ήταν ο λεγόμενος «Αλωνάρης», που κάπου- κάπου τα μαστίγωνε, σιγά βέβαια, φώναζε δε συγχρόνως, για να φοβούνται κι αυτά γύριζαν τρέχοντας. Έπαιρναν σαν αμοιβή το λεγόμενο «αλωνιστικό» σε είδος συνήθως (σιτάρι), εάν δεν γινότανε το αλώνισμα με (δανικά).

Όταν τελείωνε κατά το απόγευμα το αλώνισμα, έφευγε ο Αλωνάρης, το αφεντικό με την οικογένειά του μάζευε το περιεχόμενο του αλωνιού, το «λιώμα»,, όπως το λέγανε, κοντά στο στύλο σε σωρό και με άλλα εργαλεία, τα δικριάνια και τα φτυάρια άρχιζε το λίχνισμα, αν φυσούσε βέβαια. Ο αέρας ξεχώριζε τα άχυρα από τον καρπό, το σιτάρι. Μετά άρχιζε με το κόσκινο που είχε μεγάλες τρύπες, το κοσκίνισμα για τον καθαρισμό των σιταριών. Με το κοσκίνισμα ξεχώριζαν καθαρότατο πλέον τον καρπό από τυχόν ξένα μικροαντικείμενα. Στο τέλος το καθαρό πλέον σιτάρι το αποθήκευαν, στα κασόνια και ήταν πλέον έτοιμο για το μύλο. Τα υπολείμματα του αλωνιού μετά τον καθαρισμό του καρπού, τα άχυρα δηλαδή, τα κουβαλούσαν στους αχυρώνες, γιατί χρησίμευαν για τροφή των ζώων τον χειμώνα.

Τα δρεπάνια πλέον και τ’ αλώνια αποτελούν τα μεν πρώτα μνημειακά αντικείμενα, τα δε δεύτερα παραδοσιακούς τόπους. Τ’ αλώνια παραμένουν  έρημα, βουβά και χωρίς ξεφωνητά. Είναι χωρίς στύλο και ερειπωμένα, γιατί η πλακόστρωσή τους άρχισε με την πάροδο του χρόνου και την αχρησία να αποσαθρώνεται, σε λίγα ακόμα χρόνια ακόμη μόνο ίχνη τους ίσως να υπάρχουν. Πως αλλάζουν οι καιροί!!! (ω καιροί! Ω ήθη!)